Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου 2011

Η καλυβα και ο γερος (μερος δευτερο)

Η φιγούρα του Φαίδων χάθηκε στο σκοτάδι. Οι γροθιές του έσφιγγαν ολοένα και περισσότερο μπήγοντας τα νύχια στην παλάμη του ενώ τα μάτια του προσπαθούσαν να εντοπίσουν οτιδήποτε ασυνήθιστο μέσα στο σκοτάδι. Ήταν πραγματικά φοβισμένος αλλά και αποφασισμένος.
Όσο πλησίαζε την καλύβα η καρδία του χτυπούσε αριθμα και πολλή δυνατά. Ήθελε να το βάλει στα πόδια.

Όταν έφτασε μπροστά από την καλύβα κοντοστάθηκε για να προλάβει τις σκέψεις του που είχαν πλημμυρίσει το μυαλό του με φόβο και αγωνία. Παγωμένος έκατσε αρκετά λεπτά να παρατηρεί την πόρτα της καλύβας που για πρώτη φορά έβλεπε από τόσο κοντά.Το πήρε απόφαση και κάνοντας ένα αποφασιστικό βήμα σήκωσε το χέρι του για να την χτυπήσει.

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα πριν το χέρι του προλάβει να την ακουμπήσει. -Σε περίμενα, πέρασε.
Κέρωσε στην εικόνα της μητέρας του.
-Τι στην ευχή; Γιατί είσαι εδώ; Πως...
-Πέρασε, σε παρακαλώ
Η κυρα Μαρο έκλεισε την πόρτα πίσω της
Ένα κερί στο τραπέζι δημιουργούσε σκιές και έπαιζε με τα νερά του ξύλου που κυριαρχούσε στον χωρο, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμα ποιο αινιγματική για τον μικρο Φαιδωνα.
Ο γέρος καθόταν στην μια άκρη του τραπεζιού και παρακολουθούσε αμίλητος όσα διαδραματίζονταν μπροστά του.
Τα μάτια του Φαιδωνα καρφώθηκαν επάνω του όσο προσπαθούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί
-ΘΑ ΜΟΥ ΕΞΗΓΉΣΕΙ ΚΆΠΟΙΟΣ ΤΙ ΓΊΝΕΤΑΙ ΕΔΏ; Είπε θυμωμένα και τράβηξε την καρέκλα που υπήρχε απέναντι από τον γερο για να κάτσει.

Η κυρα Μαρο έβγαλε ένα σφηνάκι και το γέμισε από το καραφάκι με την τσικουδιά που υπήρχε δίπλα στο κερί.
-Άκου Φαιδωνα υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να σου πω. Μεγάλωσα πολύ πια και δεν μπορώ να ζω άλλο σαν την κυνηγημένη. Θέλω να ηρεμήσω, να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στην βεράντα μου ήσυχη, χωρίς τύψεις.
-Τύψεις γιατί; Τι γίνεται ρε μανα;
-Φαιδωνα μεγάλωσες και εσύ. Σε μεγάλωσα και είμαι περήφανη και γι αυτό και για εσένα.

                                             Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΑΡΟΣ
-Όπως ξέρεις γεννήθηκα και μεγάλωσα εδώ. Σε αυτήν την παραλία. Κοριτσάκι ακόμα σε ηλικία δεκαεπτά χρονών αρραβωνιάστηκα και έπειτα παντρεύτηκα παρα την θέληση μου.
-Παρα την θέληση σου;
-Όταν έκλεισα τα δεκαεπτά, την ημέρα των γενεθλίων μου, ο παππούς σου μου ανακοίνωσε τον αρραβώνα μου. Αντέδρασα, στην αρχή με κλάμα και έπειτα με φωνές. Ήταν η μοναδική φορά που φώναξα στον πατέρα μου. Μια σφαλιάρα για αρχή και πολλή ξύλο τις επόμενες ημέρες πέτρωσαν την ψυχή μου, μαρμάρωσαν την καρδιά μου και επικύρωσαν τον γάμο μου. Δεν ήθελα να πεθάνω  γιατί αυτό το ένοιωθα και ζωντανή, ήθελα να ζήσω. Πριν γνωρίσω τον άντρα μου βλέπεις είχα γνωρίσει τον έρωτα. Ήξερα πως είναι να είσαι ζωντανός.
-Μα; Τι;
-Ένα χρόνο πριν, στα δεκαέξι μου. Κάθε πρωί και ένα τριαντάφυλλο, κάθε μεσημέρι και μια ματιά.
Λίγες μέρες αργότερα ένα φιλί, η καρδιά μου πνιγμένη από ευτυχία, σ αγαπώ. Τα βράδια το έσκαγα από το πατρικό μου και κατέβαινα στην παραλία, στα βράχια, από το μονοπάτι του τρελού, για έναν ολόκληρο χρόνο. Βλέπεις, εγώ ήμουν το κορίτσι που έβλεπε ο τρελός να κατεβαίνει από το δάσος και δεν τον πίστευε κανένας. Ευτυχώς εδώ όλοι ξέρουν μόνο αυτά που μπορούν να εξηγήσουν. Συναντιόμασταν εδώ σε αυτήν την καλύβα, στο σπίτι μας όπως το λέγαμε, δεν χρειαζόμασταν τίποτε άλλο μόνο μια καλύβα.
-Όταν παντρεύτηκα, αυτός έφυγε για ενάμιση χρόνο. Είχε μπαρκάρει. Θυμάμαι την ημέρα που κατέβηκε στον μόλο. Την τελευταία ματιά, πνιγμένη, βουβή, γεμάτη πόνο. Γύρισε το κεφάλι και μπήκε στο πλοίο. Τα μάτια μου πονούσαν, στερεμενα, δεν έβγαλαν δάκρυ μόνο πονούσαν. Γύρισα το κεφάλι και μπήκα στο σπίτι. Ήταν ώρα να στρώσω το τραπέζι.
   - Για ενάμιση χρόνο προσπαθούσα να βρω ένα καλό, κάτι να κρατηθώ, να κρατήσω τις ισορροπίες μου και να βρω  σε κάτι να ελπίζω. Για ενάμιση χρόνο κατεβαινα κάθε βράδυ στην παραλία, από το μονοπάτι του τρελού. Άφηνα τον αέρα που ερχόταν από τη θάλασσα να με χαϊδεύει, έβαζα τα πόδια μου μέσα της για να νιώσω δίπλα του, κοντά του. Ένοιωθα ένα είδος γαλήνης, άλλη μια μέρα είχε τελειώσει. Πήγαινα κρυφά στην καλύβα και ξάπλωνα στο κρεβάτι μας φορώντας το πουκάμισο που είχε αφήσει. Μύριζα το άρωμά του, τον ένοιωθα παντού μέσα στον χώρο.
Ενάμιση χρόνο μετά τον βρήκα να κάθετε σε αυτήν εδώ την καρέκλα.
  Τα μάτια της βούρκωσαν κοιτώντας τη θέση που καθόταν ο γέρος.
-Εννέα μήνες μετά γεννήθηκες εσύ.
- Τι λες; ΤΙ ΜΟΥ ΛΕΣ; ΓΙΑΤΙ;
-Μέσα σε όλο αυτό το διάστημα προσπάθησα να κάνω παιδί με τον άντρα μου. Δεν τα κατάφερα και νόμιζα ότι έφταιγα εγώ.Το ίδιο νόμιζε και εκείνος ενώ όσο περνούσε ο καιρός τόσο δυσκολότερα γίνονταν τα πράγματα. Άρχισε να με χτυπάει και να με βρίζει, να μου φέρετε σαν σκουπίδι. Σαν ψαράς που ήταν έλειπε τα περισσότερα βράδια. Ένα βράδυ δεν γύρισε. Τον κατάπιε η θάλασσα μαζί με άλλους δυο που είχε στο καΐκι.
-Αυτό το ξέρω. Τουλάχιστον αυτό.
-Όταν έγινε αυτό ήμουν στον πέμπτο μήνα. Όλοι ήξεραν ότι κουβαλάω το παιδί του Αντώνη μέσα μου. Δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι άλλο τότε, όχι εκείνη την εποχή, όχι σε αυτά τα μέρει εκτός από το να γεννήσω το παιδί του Αντώνη.
-Αφού γεννήθηκες ένα χρόνο μετά άνοιξα το μαγαζί. Ήμουν είκοσι χρόνον. Νέα, όμορφη, μανα, γεμάτη ενέργεια. Ήμουν μαζί του κάθε βράδυ, μετά το μαγαζί, εδώ σε αυτήν εδώ την καλύβα.
Αυτός ερχόταν κάθε μέρα στο μαγαζί. Καθόταν στο τραπεζάκι του, έπινε το ποτό του, χωρίς να μιλήσει ποτέ. Μόνο η ματιά του, μόνο αυτή μιλούσε...



4 σχόλια:

Levina είπε...

καλησπέρα παγωτοξωτικό μου,
την περίμενα την συνέχεια της ιστορίας σου, αλλά γιατί μια νέα γυναίκα κάποια στιγμή δεν παντρεύτηκε τον αγαπημένο της?
γιατί αυτό το ανικανοποίητο μεταξύ τους τόσα πολλά χρόνια?
τι ήταν αυτό που τους εμπόδιζε?
ακόμα και έτσι όμως , πολύ όμορφη ιστορία.

σε φιλώ καλέ μου,
να έχεις ένα όμορφο βράδυ.

Παναγιώτης είπε...

Καλησπερα μαγισσουλα μου

Δεν ξερω εαν ειναι ομορφη ιστορια
απλα εγραψα κατι για να περασει η ωρα.

Παντος το τελος το αφησα γιατι περιμενα το σχολιο σου

Το τελος της ιστοριας:

Και ζησαν αυτοι καλα και εμεις
καλητερα

Να εισαι καλα μαγισσουλα φιλια

Lyriel είπε...

Ώστε έτσι...ανεκπλήρωτοι έρωτες..αχ..

Παναγιώτης είπε...

Μαλον κριφοι θα ελεγα με πολλη ομορφο τελος.

Αλοστε για ερωτες μηλαμε...
μεγαλο βασανο.